Έχουμε γεννητούρια, η νύφε τη Μοσκώφ, η γαρή τη Βάνια τη μικρού, η Κλεονίκη έτονε δίψυχος, θα φερ΄ σον κόσμον το δεύτερον το παιδίν ατς.
Ατέ, 17 μήνας κι άλλ΄ εμπροστά, έγκεν σον κόσμον το πρώτον το παιδίν ατς, κορίτς, την θαγατέραν ατς την Ευδοκία (25-11-1944).
"Φως σ΄ ομμάτια ‘ς, Βάνια, αδά σην φορίν, αγούρ παιδίν εχάρτσε ΄σεν Ο Θεόν, η γαρής η Κλεονίκη εν πολλά καλά και πολλά χαρεμέντσα".
"Ἀμα, όπως είδα τα ποδάρια τι μωρί πολλά μακρέα είν΄, ατός θα ίνεται πολλά υψηλός άγουρος, θα περάν τον πάππον άτ΄ τον Ηλία σον πόι, αμά και τον παππον ατ΄ τον Δημήτρη και τον θειον άτ΄ τον Κώστη που εχάθαν ση Ρουσίαν, ατοίν πα, υψηλοί έσανε".
Αυτά ήταν τα πρώτα λόγια της Ροδάμας του Χατίτσου (Κωνσταντινίδου Ροδάμα) της πρακτικής μαίας (μαμής), που εκείνο τον καιρό βοηθούσε τις εγκυμονούσες, στη γέννηση των νέων ψυχών-παιδιών, προς τον αγωνιούντα πατέρα, τον Βάνια τον μικρό (Ιωάννη Μοσκοφιδη), αλλά και τους παππού Ηλία και τη γιαγιά Ελένη που περίμεναν και αυτοί με αγωνία τα ευχάριστα νέα.
Φυσικά η χαρά όλων ήταν πολύ μεγάλη και το φιλοδώρημα πολύ μεγαλύτερο από το καθιερωμένο.
Έτσι ήρθε στον κόσμο ο Δημήτρης Ι. Μοσκοφίδης, το λεβεντόπαιδο που τον καμάρωσαν οι γονείς του, οι συγγενείς, οι φίλοι και οι συγχωριανοί του, Εύζωνο στην Ανακτορική (τότε) φρουρά, όταν ήρθε ο καιρός να κάνει το χρέος του προς την πατρίδα (26/10/1966).
Την ίδια εποχή και για πολλά χρόνια, χρέη μαμής (μαίας) στην Ευκαρπία εκτελούσε και άλλη μια κυρία,η σχωρεμέντσα η Θυμία τη Τσοχτάν (Ευθυμία Μωυσιάδου).
Αλήθεια, πόσα οφείλει η κοινωνία μας και ιδιαίτερα ο κόσμος της υπαίθρου, εκεί όπου δεν υπήρχε ιατρική κάλυψη/περίθαλψη σε αυτές τις ευλογημένες γυναίκες(μαμές-πρακτικές μαίες), που έχαιραν ιδιαίτερης αγάπης και εκτίμησης από όλο τον κόσμο για το Θεάρεστο έργο που επιτελούσαν.
Η Κλεονίκη Πηλαλίδου(1924-2013) του Δημητρίου, ορφανή από πατέρα, τον Σεπτέμβριο του 1939 εγκαταστάθηκε μαζί με τη χήρα μητέρα της Ελισάβετ και τα άλλα αδέλφια της, την Κλεοπάτρα, τον Γιάννη και τη Σοφία στην Ευκαρπία (Γραμμάτινα), κοντά στο θείο της, Γιάννη Πηλαλίδη, ο οποίος διέμενε στην Ευκαρπία από το 1923.
Το χειμώνα του 1943, η Κλεονίκη στα 19 της χρόνια, παντρεύτηκε τον Γιάννη (τον Βάνια τον μικρό) Μοσκοφίδη, με τον οποίο απέκτησε τέσσερα παιδιά, την Ευδοκία, τον Δημήτρη, τον Κώστα και την Ζαχαρούλα.
Τα παιδικά χρόνια του Δημήτρη, όπως και όλων των συγχωριανών, ήταν πολύ δύσκολα μέχρι τη λήξη του εμφυλίου πολέμου (Αύγουστος 1949), ακολούθησαν τα πέτρινα χρόνια της δεκαετίας του 1950 και του 1960.
Φτώχεια καταραμένη, όλη μέρα εργασία, κούραση στην καπνοκαλλιέργεια, φυτεία, μάζεμα των φύλλων(τη καπνού το τσάκωμαν), και λοιπές ασχολίες και παράλληλα και στη φροντίδα των ζώων, μεγάλων και μικρών, αφού η οικογένεια Μοσκοφίδη είχε και κοπάδι προβάτων.
Η οικογένεια μεγάλη, πολύτεκνη, όπως και οι περισσότερες οικογένειες στο χωριό εκείνα τα χρόνια Ο καλός Θεός μας ¨έδινε¨ πολλά παιδιά, παιδικές φωνές ακούγονται σε κάθε αυλή και κάθε δρόμο του χωριού, παρά τους δύσκολους καιρούς η Ευκαρπία, όπως και όλα τα χωριά της ευρύτερης περιοχής, σφύζουν από ζωή, εκεί στις απαρχές του χρυσοφόρου Εχέδωρου.
Η Ευκαρπία, βρίσκεται πάνω στο κεντρικό δρόμο Κιλκίς - Μαυροπλαγιάς - Ροδόπολης ήταν και είναι κομβικό σημείο. Από εδώ περνούσαν και περνάνε οι κάτοικοι των χωριών Θοδωράκια (Άνω και Κάτω), της Βάθης(Ραγιάν),του Δίβουνου(Οτμανλί), του Γερακαριού(Ντογάντσα), του Μηλοχωρίου(Αλέξια), του Παλατιανού(Σαραϊλί),του Κεντρικού(Σνέφτσα), της Γάβρας(Ισμακλί),της Αντιγόνειας(Μουράφτσα),της Μαυροπλαγιάς(Καραμουτλού), των Πετράδων(Σαρηδογανλί) και όλων των χωριών, των βορειοδυτικών Κρουσίων.
Από εδώ κάθε Σάββατο που το Κιλκίς είχε τη μεγάλη λαϊκή αγορά(παζάρι), εκατοντάδες κάτοικοι των χωριών μας με τα πόδια, με γαϊδουράκιa, με κάρα ή με τα ελάχιστα λεωφορεία κυκλοφορούσαν, κατηφόριζαν προς την πρωτεύουσα του Νομού μας, πολλοί από αυτούς μεταφέροντες κάτι από την παραγωγή τος προς πώληση, όπως αυγά (οβά), κοτόπουλα(κοσάρες),αγελαδινό βούτυρο (χτηνί βούτορον), σκόρδα, κρεμμύδια, και ότι άλλο παρήγαγε ο καθένας. Αυτοί όλοι περνούσαν από την Ευκαρπία μας.
Είναι η εποχή που η λαϊκή Ποντιακή μούσα, ιδιαίτερα στο Νομό μας και τα καπνοχώρια περιγράφει την τραγική κατάσταση των προσφύγων χωρικών, καπνοπαραγωγών με το πασίγνωστο τραγούδι “ Έρθαν οι εμπόρ’ να παίρ’νε τσ̌άπαν τον καπνόν, τον χωρά̤τεν ’κ’ ερωτούνε σον λογαριασμόν”.
Ή αυτό που διεκτραγωδεί την τραγική οικονομική κατάσταση των ανέργων νέων με τον στίχο “Τα καημένα τα παιδία, σ’κούνταν ρούζ’νε σα χωρία, κουστούμ’ ’κ’ έχ’νε να φορούνε, να παντρεύ’νε ’κ’ επορούνε”.
Τα χρόνια πέρασαν, τα παιδιά μεγάλωσαν και για τα αγόρια ήρθε η ώρα να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους προς την πατρίδα (Στρατιωτική θητεία), το ελάχιστο 24 μήνες εκείνα τα χρόνια.
Ο Δημήτρης μας ας σην Γραμμάτινα, όπως το πρόβλεψε η μαμή που τον έφερε στον κόσμο, η Ροδάμα του Χατίτσου, έγινε ένα πανύψηλο παλικάρι, που ξεπέρασε στο ύψος και τους δύο παππούδες του (Ηλία και Δημήτρη) αλλά και τον αδικοχαμένο θείο του Κώστα, που τον έμοιαζε εκπληκτικά.
Ακοίμητος φρουρός, στο μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτου (Μ.Α.Σ.), αλλά και υπηρεσία στην Βασιλική κατοικία, στο Τατόι και όπου αλλού το απαιτούσε η Υπηρεσία του.
Όταν τελείωσε τις Στρατιωτικές του υποχρεώσεις το φθινόπωρο του 1968, επέστρεψε στο χωριό και ξεκίνησε την αναζήτηση εργασίας αλλά και με πολλές σκέψεις και προβληματισμούς για το μέλλον του και τη δημιουργία της δικής του οικογένειας.
Το καλοκαίρι του 1970, όπως χιλιάδες άλλοι νέοι, από όλη την Ελλάδα και ιδιαίτερα από κάθε χωριό της Μακεδονίας μας, πέρνουν το δρόμο της ξενιτιάς και κυρίως πρός την Δυτική (τότε) Γερμανία, για αναζήτηση εργασίας.
Την Κυριακή 14 Ιουνίου, στον Ιερό Ναού Γεννήσεως της Θεοτόκου της Ευκαρπίας θα τελεστεί το 40ήμερο μνημόσυνο του αλησμόνητου Δημήτρη Μοσκοφίδη.
Αιώνια η μνήμη του










